Ο ΣΟΠΡΑΚΟΜΙΤΟΣ ΤΗΣ ΚΑΣΣΙΩΠΗΣ

Κέρκυρα, λιμάνι Κασσιώπης 1563

Ο τριαντάχρονος σοπρακομίτος* της γαλέρας ‘Κρίνος’, μόλις είχε χάσει και τα τελευταία του δουκάτα σε μια καταδικασμένη από πριν ζαριά. Άδειασε μονορούφι το ρούμι από το ξύλινο κύπελλό του και το χτύπησε δυνατά στο τραπέζι. Σηκώθηκε χαμογελώντας ειρωνικά και έκανε μια βαθιά υπόκλιση προς τους βενετσιάνους ναύτες του καπηλειού ‘Ακρογιάλι’. Προχώρησε τρικλίζοντας και σκοντάφτοντας συνεχώς σε τραπέζια και καρέκλες, με κατεύθυνση την εξώπορτα. Με δυσκολία κατάφερε να διασχίσει την πολύβουη σάλα, που ήταν ασφυκτικά γεμάτη από καπνούς, μεθυσμένους ναυτικούς, αλήτες του λιμανιού και πόρνες. Πόρνες που βοηθούσαν τους ζαλισμένους από το πιοτό κουρσάρους να αδειάζουν τις τσέπες τους μέσα σε λίγα λεπτά, χωρίς να το καταλάβουν. Aρκούσε ένα απλό ηδονικό χαμόγελο που υποσχόταν πολλά και δεν πρόσφερε το παραμικρό.

O  σοπρακομίτος άνοιξε την ανεμοδαρμένη και σαρακοφαγωμένη ξύλινη πόρτα, το θαλασσινό αγέρι του Ιονίου πελάγους, που τον χτύπησε με ορμή στο πρόσωπο, τον βοήθησε να συνέλθει κάπως από τη ζαλάδα του πιοτού. Έξω είχε νυχτώσει για τα καλά, μαύρα σύννεφα ταξίδευαν στον ουρανό και η προβλήτα του λιμανιού ήταν έρημη. Το θόλο βλέμμα του έπεσε προς το μέρος που ήταν αγκυροβολημένες δυό γαλέρες…

¨Κατάρα! Aκόμα να φανεί ο ‘Κρίνος’. Σίγουρα θα καθυστέρησε στην καταιγίδα. Aυτό σημαίνει ότι πρέπει να περάσω και τρίτη νύχτα σ’ αυτό το άθλιο πανδοχείο. Ένα είναι σίγουρο… Aπόψε δεν είναι η τυχερή μου νύχτα!” 

Περπατούσε βιαστικά, καθώς η βροχή ολοένα και δυνάμωνε. Έσφιξε πάνω του το φθαρμένο, σκουρόχρωμο πανωφόρι του και έκρυψε τα χέρια του στις μόνιμα τρύπιες τσέπες, για να τα προφυλάξει από το τσουχτερό κρύο και την υγρασία. Έριξε μια τελευταία φευγαλέα ματιά προς το λιμάνι, με την ελπίδα μήπως και εμφανιστεί ο ‘Κρίνος’. Έστριψε δεξιά σ’ ένα στενό, πλακόστρωτο σοκάκι, κάθετο προς το κάστρο της Κέρκυρας, με την απογοήτευση ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του. Καθώς περπατούσε, ένιωσε ότι κάποιος τον ακολουθεί· είχε αυτή την αίσθηση από την ώρα που έφυγε από το καπηλειό του σενιόρ Άντζελο. Επιβράδυνε τον βηματισμό του σταδιακά, έπιασε αργά-αργά τη λαβή του στιλέτου που ήταν περασμένο στο καφετί, ξεφτισμένο ζωνάρι του και το έσφιξε γερά στο δεξί του χέρι. Περπάτησε λίγα ακόμη μέτρα και άξαφνα γύρισε προς τα πίσω, αποφασισμένος να αντιμετωπίσει οτιδήποτε μπορούσε εμφανιστεί μέσα από το σκοτάδι. Τότε ο σοπρακομίτος  ξέσπασε σε τρανταχτά γέλια, που πρέπει ν’ ακούστηκαν σε ολόκληρη τη Κέρκυρα. Ο εχθρός που έπρεπε να αντιμετωπίσει ήταν ένα κανελί, μουσκεμένο κουτάβι, που κουνούσε την ουρά του παιχνιδιάρικα. Γονάτισε και το χάιδεψε στο κεφάλι, λέγοντας:

– ¨Πρέπει να ’σαι το μοναδικό πλάσμα στον κόσμο που αποζητά τη συντροφιά μου¨, είπε με αρκετή δόση ειρωνίας.

– ¨Αδικείς τον εαυτό σου, ναύτη! Υπάρχουν και άλλοι που νοιάζονται για το τομάρι σου¨.

Ο σοπρακομίτος γύρισε ξαφνιασμένος προς το μέρος που ακούστηκε η βραχνή αντρική φωνή, ενώ ο σκύλος άρχισε να γαβγίζει σαν δαιμονισμένος και να κάνει κύκλους γύρω του φανερά ανήσυχος.

– ¨Ποιος μίλησε¨; ρώτησε νευρικά ο σομπροκομίτος , που αδυνατούσε να διακρίνει οτιδήποτε μέσα στο σκοτάδι και τη δυνατή νεροποντή.

– ¨Η συνείδησή σου¨, απάντησε η φωνή. Τότε μια αστραπή τράνταξε τον ουρανό, φωτίζοντας για λίγα δευτερόλεπτα το στενό σοκάκι. Το έμπειρο μάτι του σομπροκομίτος πρόλαβε να διακρίνει τρεις γεροδεμένους άντρες, οπλισμένους με γυμνά στιλέτα.

– ¨Ποιοι είστε; Τι ζητάτε από μένα¨; φώναξε, μη μπορώντας να διακρίνει τα πρόσωπα τους, παρά μόνο τις σκοτεινές φιγούρες τους.

– ¨Χρωστάς την ίδια σου τη ζωή, ναύτη! Ο Βάιλος* λέει ότι το χρέος σου φτάνει τα χίλια δουκάτα. Δυστυχώς για σένα, πρέπει να το ξοφλήσεις απόψε…¨.

– ¨Το γνωρίζω αυτό, κάθαρμα… είμαι όμως άνθρωπος με τιμή και θα ξεπληρώσω το χρέος μου μόλις επιστρέψω από το ταξίδι μου στον Χάνδακα. Δεν ήταν ανάγκη ο Βάιλος να στείλει τα τσιράκια του να με τρομάξουν¨.

– ¨Πάψε, σκύλας γιε! αρκετά είπες. Ξεπλήρωσε το χρέος σου αμέσως και ίσως σε λυπηθώ και ζήσεις λίγα λεπτά ακόμα. Μην ξεχνάς όμως, ότι γνωρίζουμε πολύ καλά πως είσαι μπλεγμένος σε καταστάσεις που δεν σε αφορούν…¨.

Ο  σοπρακομίτος  δεν απάντησε, έσκυψε το κεφάλι του και χαμογέλασε ειρωνικά.

¨Ώστε γι’ αυτό θέλετε το τομάρι μου, καθάρματα. Πολύ καλά. Aφού το θέλετε έτσι, έτσι θα γίνει!¨. Έπιασε με το δεξί του χέρι την πιστόλα και με το άλλο το στιλέτο. Έσκυψε απότομα και πέταξε το στιλέτο του προς την φιγούρα που διέκρινε καλύτερα. Τον πέτυχε κατευθείαν στην καρδιά. Ο γεροδεμένος άντρας άφησε μια πνιχτή κραυγή, πισωπάτησε και σωριάστηκε στο πλακώστροτο με θόρυβο.

– ¨Καταραμένε! Θα πεθάνεις απόψε¨.

O σοπρακομίτος γύρισε αστραπιαία προς την κατεύθυνση που ακούστηκε η φωνή και πυροβόλησε στο σκοτάδι σχεδόν στα τυφλά. Στάθηκε τυχερός, καθώς η μολυβένια σφαίρα έσχισε τον αέρα και καρφώθηκε στο κεφάλι του άγνωστου άντρα. Ο σοπρακομίτος αμέσως πετάχτηκε όρθιος και έσυρε βιαστικά το ξίφος του.

¨Άλλος ένας και είμαι ελεύθερος. Δεν ξέχασα την τέχνη μου¨.

Tην ίδια στιγμή άκουσε ένα υπόκωφο τρίξιμο και κοίταξε διστακτικά με την άκρη του ματιού του προς το κτίριο που υψωνόταν δίπλα του. Tο επόμενο δευτερόλεπτο ακούστηκε ένας πυροβολισμός.  Αισθάνθηκε ένα ζεστό τσίμπημα στο στήθος και κοίταξε το πανωφόρι του που άρχισε να κοκκινίζει από το πηχτό αίμα. Έπεσε στα γόνατα σχεδόν ασυναίσθητα, το ξίφος άρχισε να γλιστράει αργά αλλά σταθερά από το δεξί του χέρι, παρά την υπεράνθρωπη προσπάθεια που κατέβαλε να το κρατήσει.

¨Είναι σίγουρο, δεν είναι η τυχερή μου μέρα¨.

Το κανελί σκυλί βγήκε από την κρυψώνα του, ένα σπασμένο βαρέλι κρασιού, και πλησίασε δειλά δειλά τον αδικοχαμένο σοπρακομίτο . Έκατσε στα δύο πόδια δίπλα του και άρχισε να κλαψουρίζει λες και είχε χάσει το αφεντικό του. Τότε αισθάνθηκε δύο στιβαρά χέρια να το σφίγγουν και να το στριμώχνουν βιαστικά στην αγκαλιά τους.

¨Είσαι ο μοναδικός μάρτυρας, μικρέ μου. Καλύτερα να έρθεις μαζί μου!¨.  

 

 

*Σοπρακόμιτος  βενετικός τίτλος για τον καπετάνιο της γαλέρας

*Βάιλος ονομαζόταν ο αντιπρόσωπος (πρέσβης) της Bενετίας στην Κέρκυρα.

 

Γράφει ο Λεωνίδας Γουργουρίνης

Συγγραφέας – Ερευνητής Πειρατικής Ιστορίας

Leave a Reply

  • (not be published)