ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ

Λιμάνι της Πάργας, 1574

 Πρώτα κρύβεις μόνο ένα μυστικό. Μετά το κρύβεις μόνο για μία μέρα. Ύστερα το κρύβεις καθημερινά,  ακόμα πιο βαθιά. Και ύστερα, όχι για να μην αποκαλυφθεί, αλλά μονάχα για να μην το θυμάσαι, το κρύβεις κι απ’ τον ίδιο σου τον εαυτό. Δικαιολογείσαι λέγοντας ότι το κρύβεις για να προφυλάξεις τους αγαπημένους σου. Τον εαυτό σου βασικά θες να προφυλάξεις. Γιατί, ακόμα κι αν δεν το αποκαλύψεις σε κανέναν, κάθε μυστικό έχει το θύμα του… Όλοι κρύβουν μυστικά· και όλοι ψάχνουν κάποιον να τα μοιραστούν. Για να μοιραστούν την ευθύνη και το βάρος που κουβαλάνε. Για να μπορέσουν να κοιτάξουν πάλι τον εαυτό τους. Τα μυστικά τα μοιράζεσαι καλύτερα μ’ έναν ξένο. Γιατί όταν τα λες σ’ έναν ξένο, είναι σαν να κοιτάζεσαι σ’ έναν καθρέφτη χωρίς ενοχές. Όμως, η άγνοια της ύπαρξης ενός μυστικού από τα αγαπημένα σου πρόσωπα είναι πιο επικίνδυνη από το να μάθει ένας ξένος το μυστικό σου…

«Όλοι κρύβουν μυστικά» είπε ο καπετάνιος βγαίνοντας από τις σκέψεις του.

Η μελαχρινή γυναίκα που ήταν ξαπλωμένη δίπλα του κάλυψε το καλλίγραμμο γυμνό κορμί της με ένα λευκό σεντόνι. Κατόπιν, με αργές, σχεδόν νωχελικές κινήσεις, έπιασε τον ναργιλέ και αφού γεύτηκε με ικανοποίηση τον αρωματικό καπνό μέσα της, γύρισε προς το μέρος του και του είπε σχεδόν ψιθυριστά:

«Σίγουρα θα έχει πολλά μυστικά ένας άνθρωπος σαν και εσένα.  Αν και μου αποκάλυψες αρκετά στο κρεβάτι…». Του χαμογέλασε με νόημα και συνέχισε:

«Ξέρεις, έχω ακούσει διάφορες φήμες για σένα…».

«Φήμες; Όπως;».

«Λένε ότι είσαι ένας κοινός τυχοδιώκτης, διπρόσωπος καιροσκόπος και λαθρέμπορος. Σαγηνεύεις τους πάντες όμως με τους ευγενικούς τρόπους και τα λόγια σου και μπορείς να κινείσαι με άνεση στα ακριβότερα σαλόνια της αριστοκρατίας αλλά και στις σκιές του υποκόσμου».

Ο άντρας την κοίταζε ανέκφραστα. Ύστερα ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο διαγράφηκε στα χείλη του. Τα μάτια του δεν χαμογελούσαν όμως.

«Απλά είμαι ευέλικτος. Δεν είναι και τόσο σπουδαίο».

«Λένε όμως ότι έχεις την ικανότητα να κάνεις τους ανθρώπους να σε εμπιστεύονται εύκολα, να νιώθουν άνετα, να σου αποκαλύπτουν τις πιο σκοτεινές τους σκέψεις και τα πιο ένοχα μυστικά τους χωρίς να φοβούνται. Ότι προσφέρεις απλόχερα στον καθένα αυτό που θέλει ν’ ακούσει για να αισθάνεται ασφάλεια κοντά σου. Όταν αποφασίσεις να απομακρυνθείς, όλοι αναζητούν τη συντροφιά σου, ακόμα κι αν τους έχεις εκμεταλλευτεί. Και όταν επιστρέψεις μετά από καιρό, επειδή έτσι σε προστάζει το συμφέρον σου, όλοι είναι πρόθυμοι να σου συγχωρήσουν τα πάντα, αρκεί να τους κάνεις να νιώσουν και πάλι μοναδικοί. Λένε επίσης ότι κανείς δε γνωρίζει το πραγματικό σου όνομα. Τι είναι αλήθεια λοιπόν απ’ όλα αυτά;».

Ο άντρας έκλεισε τα μάτια του και έμεινε σιωπηλός για λίγο. Μετά στράφηκε προς το μέρος της και της είπε ήρεμα:

«Τα πάντα και τίποτα. Εγώ είμαι απλά ένας πειρατής».

Η γυναίκα πλησίασε πιο κοντά του. Ακούμπησε το χέρι της στο λαιμό του και έσυρε τα ακροδάχτυλά της μέχρι τον ώμο του.

«Είσαι πολύ μυστηριώδης. Μ’ αρέσει αυτό… Θα ήθελα να σε γνωρίσω καλύτερα».

«Φοβάμαι ότι θα σε απογοητεύσω. Φεύγω σήμερα για το Οτράντο · αυτή ήταν η πρώτη και η τελευταία μας συνάντηση».

«Θα φύγεις; Δηλαδή, ό,τι έγινε δε σήμαινε τίποτα για σένα; Τόσο πάθος δε σε έκανε να νιώσεις το παραμικρό για μένα;» είπε η γοητευτική γυναίκα με παράπονο.

«Η συνάντησή μας είχε σκοπό να παραδώσω στον αφέντη σου το “εμπόρευμα” που μου ζήτησε και το έκανα, όπως έλεγε το συμβόλαιο. Πληρώθηκα και φεύγω. Δεν υπάρχει κάτι άλλο που να με κρατάει εδω. »

Ο πειρατής σηκώθηκε βιαστικά από το κρεβάτι και κατευθύνθηκε εκνευρισμένος προς την ξύλινη καρέκλα, όπου είχε ρίξει τα ρούχα του, για να ντυθεί. Η γυναίκα έψαξε πάλι με το δεξί της χέρι τον ναργιλέ, φανερά ταραγμένη. Δεν μπορούσε όμως να πάρει το βλέμμα της από τον πειρατή και το γεροδεμένο κορμί του. Ήταν όμορφος άντρας, γύρω στα σαράντα, κανονικού αναστήματος, με εκφραστικά καστανά μάτια και ωραία χαρακτηριστικά, παρά την κάθετη ουλή που έφερε κάτω από το δεξί του μάτι. Εκείνο όμως που λάτρευε πάνω του ήταν το μελαγχολικό βλέμμα του. Αυτό το βλέμμα τη μαγνήτιζε, τη σαγήνευε. Αν δεν ήταν αυτό, ίσως να μην είχε καταλήξει μαζί του στο κρεβάτι με τόσο μεγάλη ευχαρίστηση.

«Πριν φύγεις θέλω να σου ζητήσω μια μικρή χάρη. Δεν θα μου την αρνηθείς, έτσι;» του είπε.

Εκείνος στράφηκε προς το μέρος της και την κοίταξε με απορία για μερικά δευτερόλεπτα. Ύστερα της χαμογέλασε λέγοντας:

«Τελικά δε θα ησυχάσω από σένα έτσι εύκολα. Πες μου, τι χάρη περιμένεις απο μένα;».

«Τίποτα ιδιαίτερο· να μου πεις το πραγματικό σου όνομα. Έτσι, για να σε θυμάμαι» του είπε με απαλή φωνή, γεμάτη συναίσθημα και νάζι.

Ο πειρατής συνοφρυώθηκε και το πρόσωπο του σκοτείνιασε. Ξαφνικά, η ατμόσφαιρα στη μικρό δωμάτιο έμοιαζε ηλεκτρισμένη και μια έντονη αίσθηση απειλής τον κατέκλυσε. Κράτησε όμως την αυτοκυριαρχία του και της απάντησε χαμηλόφωνα:

«Το όνομά μου το γνωρίζουν μόνο οι φίλοι μου και, απ’ ό,τι θυμάμαι, δε ζει κανείς… Για σένα όμως θα κάνω μια μικρή εξαίρεση».

Εκείνη αμέσως ανασηκώθηκε και ακούμπησε στην πλάτη του ξύλινου κρεβατιού, στυλώνοντας το βλέμμα της πάνω του.

«Λοιπόν; Πώς σε λένε πραγματικά, μυστηριώδη πειρατή;» τον ρώτησε με προσποιητή άνεση.

Τα καστανά μάτια της όμως άστραφταν από την υπερένταση.

«Πιέρο… Πιέρο Λάντζα ».

«Εάν λές αλήθεια,  αυτό σημαίνει ότι είσαι ο …»

Η σφαίρα βρήκε το στόχο της, ακριβώς στην καρδιά. Ο πειρατής πέρασε την πιστόλα του, που ακόμα κάπνιζε, στο ξεφτισμένο ζωνάρι που έσφιγγε την μέση του και πλησίασε με αργά βήματα το άψυχο σώμα της. Ήταν μια πολύ όμορφη γυναίκα σε ένα μακάβριο σκηνικό, με το αίμα να πλημμυρίζει τα κατάλευκα σεντόνια που τη σκέπαζαν και τον ναργιλέ να σιγοκαίει ακόμα ανάμεσα στ’ ακροδάχτυλα του αριστερού της χεριού. Κοντοστάθηκε από πάνω της για λίγες στιγμές. Κατόπιν έσκυψε, της χάιδεψε τα μαλλιά , της έκλεισε τα μάτια και της σιγοψιθύρισε ” Κάθε μυστικό έχει το θύμα του…Χαιρετισμούς στην Γαληνοτάτη!

ΥΓ.1  Φωτογραφία απο την  Συλλογή του Ευάγγελου Γρυπιώτη.

Γράφει ο Λεωνίδας Γουργουρίνης

Συγγραφέας – Ερευνητής Πειρατικής Ιστορίας

Leave a Reply

  • (not be published)