Η ΙΣΠΑΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΟΠΕΙΑ ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΜΕΣΟΓΕΙΟ ΤΟΝ 16ο ΑΙΩΝΑ

Η ανάγκη για έγκαιρη πληροφόρηση, σε περίπτωση οργανωμένης εισβολής των Τούρκων στα παράλια της Ιταλίας και ειδικότερα στο βασίλειο της Νάπολης και Σικελίας αλλά και οι συνεχείς αποβάσεις Βερβερίνων πειρατών από τα κουρσάρικα κρατίδια της Βόρειας Αφρικής στα ιταλικά παράλια,  αποτέλεσαν την κύρια αιτία όπου  οι αντιβασιλείς της Νάπολης και της Σικελίας έπρεπε να βρίσκονται σε διαρκή επαγρύπνηση και να γνωρίζουν ανά πάσα  στιγμή τις κινήσεις του τουρκικού στόλου και των Βερβερίνων κουρσάρων.

Η ανάγκη αυτή ανάγκασε τους ισπανούς να δημιουργήσουν ένα οργανωμένο και σε μεγάλη έκταση κατασκοπευτικό δίκτυο, τόσο στην τουρκική αυτοκρατορία αλλά όσο και στην Βόρεια Αφρική. Για τους λόγους αυτούς οι Ισπανοί κυρίως της Κάτω Ιταλίας, στρατολογούν συνεχώς κατασκόπους και κάθε λογής πληροφοριοδότες τους οποίους στέλνουν στα κυριότερα στρατιωτικά κέντρα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας όπως στην Κωνσταντινούπολη, Αδριανούπολη,  Χαλκίδα και σε μέρη της Βόρεια αλλά και της Νότιας Βαλκανικής χερσονήσου, καθώς συνήθως εκεί υπήρχαν στρατιωτικές δυνάμεις αλλά και ναυλοχούσαν πολεμικά πλοία των Τούρκων. Ο μεγαλύτερος όγκος πληροφοριών για τις κινήσεις των τούρκων διαβιβαζότανε στην Νάπολι με κρυπτογραφημένες επιστολές κυρίως μέσω της Βενετίας της Κέρκυρας αλλά πρωτίστως μέσω της Ραγούζας.

Η επικοινωνία μεταξύ της ιταλικής και της Βαλκανικής χερσονήσου ήτανε συνεχής, λόγο της συνεχής μετακίνησης ιταλικών μαλτέζικων, βενετικών, δαλματικών αλλά κυρίως ελληνικών πλοίων. Με τα πλοία αυτά μετακινούνταν ποικίλα πρόσωπα όπως ναυτικοί από τις πόλεις της Ιταλίας – που προσορμίζονταν άλλοτε ηθελημένα και άλλοτε όχι στις ακτές της δυτικής Ηπείρου, της Στερεάς και της Πελοποννήσου- Έλληνες μικροέμποροι και καραβοκύρηδες που χρησιμοποιούσαν την Κέρκυρα ως γέφυρα μεταξύ του μουσουλμανικού κόσμου και των χριστιανικών κρατών, για να περνούν τακτικά στις ανατολικές ακτές της Απουλίας και της Σικελίας. Επιπλέον στα καράβια αυτά επιβιβάζονταν και άλλα πρόσωπα όπως: σκλάβοι που απελευθερώθηκαν ή που κατάφεραν να δραπετεύσουν, αρνησίθρησκοι που άλλαζαν στρατόπεδο για να επιτύχουν καλύτερους όρους να δράσουν, ορθόδοξοι κληρικοί και μοναχοί που αναζητούσαν οικονομική ενίσχυση για τα φτωχά τους μοναστήρια ή καθολικοί μισιονάριοι που κατευθύνονταν στα κέντρα της προσηλυτιστικής τους δράσης στην Ανατολή, ιππότες της Μάλτας, οι οποίοι μεταπουλούσαν στην Ιταλία τη λεία των επιδρομών τους στις ελληνικές θάλασσες, Έλληνες ή Αλβανοί μετανάστες που έρχονταν στα φέουδα των βαρόνων της Κάτω Ιταλίας για να εργαστούν και να εγκατασταθούν εκεί οριστικά, τυχοδιώκτες που λαχταρούσαν περιπέτειες και εύκολο κέρδος και τέλος αντιπρόσωποι διαφόρων περιοχών της τουρκοκρατούμενης Βαλκανικής, οι οποίοι μετέφεραν τις εκκλήσεις των συμπατριωτών τους για ένοπλη βοήθεια και υποστήριξη των Ευρωπαίων ηγεμόνων στις προπαρασκευαζόμενες εξεγέρσεις των ραγιάδων εναντίων  των Τούρκων. Στο ετερόκλητο αυτό πλήθος ανθρώπων, όπου συνυπήρχαν ιδεολόγοι, έμποροι, τυχοδιώκτες πειρατές και κουρσάροι με αντικρουόμενα πολλές φορές συμφέροντα, αντλούσαν οι Ισπανοί (αλλά και οι Βενετοί, Γάλλοι ακόμα και οι Τούρκοι) τους μελλοντικούς πληροφοριοδότες και  κατασκόπους τους.

Οι Έλληνες και οι Αλβανοί, επειδή ήταν αυτόχθονες, γνώριζαν την τουρκική γλώσσα καλά, γνώριζαν πρόσωπα και τοποθεσίες αλλά και κινούσαν τις λιγότερες υποψίες στις μετακινήσεις του οθωμανική αυτοκρατορία.  Ήταν αυτοί που κυρίως αναλάμβανε τον επικίνδυνο ρόλο του πληροφοριοδότη για τις ισπανικές αρχές. Οι πληροφοριοδότες ήταν έμμισθοι πράκτορες του ισπανικού βασιλείου. Πραγματοποιούσαν ταξίδια στην Ελλάδα και όχι μόνο, με βάση προσχεδιασμένο πλάνο και αυστηρές οδηγίες. Ως κάλυψη για την αποστολή, τις περισσότερες φορές χρησιμοποιούσαν την ιδιότητα του επίσημου ταχυδρόμου correo.[1]  Στις περιπτώσεις που διέμεναν στα βενετοκρατούμενα Eπτάνησα και κυρίως στην Κέρκυρα και στην Ζάκυνθο συνήθως χρησιμοποιούσαν την ιδιότητα του επίσημου εκπροσώπου (consul)  του αντιβασιλέα της Νάπολης.[2]

Ο διαβόητος Πέτρος Λάντζας χρησιμοποιούσε με την ίδια ευκολία και τις δύο ιδιότητες του correo και του consul για να μπορεί να καλύπτει τα ίχνη του αλλά και να μην μπορούν να τον συλλάβουν οι Βενετοί.  Από τα Επτάνησα διαβιβάζανε τις πληροφορίες στις ισπανικές αρχές του Οτράντο που τους έφερναν από τις απέναντι ελληνικές ακτές (Σαγιάδα, Πάργα, Πρέβεζα, Γλαρέντζα) οι συμπατριώτες συνεργάτες τους. Ανάλογα κατά πόσο ανέβαινε το πολιτικό θερμόμετρο μεταξύ Ισπανίας και Βενετίας δεν ήτανε λίγες οι φορές, που κατασκόπευαν τους Βενετούς και υπέκλεπταν όσες πληροφορίες θεωρούσαν ότι ενδιαφέρανε τους ανωτέρους και τους χρηματοδότες τους στην Ιταλία[3]. Γα την  συλλογή πληροφοριών από τους βενετούς δεν συναντούσαν ιδιαίτερες δυσκολίες και αυτό οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι συγγενείς ή φίλοι ή ακόμα και μέλη της οικογενείας τους υπηρετούσαν σε θέσεις κλειδιά, στις υπηρεσίες της Γαληνότατης και ήταν  πρόθυμοι να παραδώσουν στρατιωτικά και άλλα μυστικά των βενετών από την στιγμή που προσδοκούσαν να αποκομίσουν οικονομικά κυρίως οφέλη.

Αρκετοί από τους πράκτορες αυτούς,  αναφέρονται στα έγγραφα τα αποκαλούμενα «avvisi» ή «avissos[4]» και στις αναλυτικές εκθέσεις που συντάσσονταν στο Lecce από τους γραμματείς του εκάστοτε στρατιωτικού διοικητή με τα ονόματα τους. Στα έγγραφα αυτά αναγράφονταν τα ονόματα των ευκαιριακών πληροφοριοδοτών, που συνήθως μετέδιδαν απλώς τις φήμες και τις ειδήσεις  που κυκλοφορούσαν στην Οθωμανική αυτοκρατορία.  Για τους ευκαιριακούς πράκτορες αυτούς, οι ισπανικές αρχές, δεν λαμβάνε κάποια ιδιαίτερα μέτρα προστασίας κατά την επιστροφή τους από τις μυστικές του αποστολές καθώς δεν υπήρχε το ενδεχόμενο αν επιστρέψουν στην Ελλάδα. Το αντίθετο βέβαια συνέβαινε με τους τακτικούς πληροφοριοδότες των ισπανών που παρέμεναν ανώνυμοι. Οι εντολές που είχανε, ήταν να αποφεύγετε η αναγραφή των ονομάτων τους για τον φόβο να αποκαλυφθούν και στα avisos που στέλνονταν υπήρχαν σημειώσεις του τύπου «τους φίλους μας από την Κωνσταντινούπολη»[5] ή «κάποιον άνθρωπο (un hombre)» ή τον «Ν»[6] ή «αυτούς που συνήθως γράφουν την αλήθεια»[7].  Τα έγγραφα που είχανε σημαντικές πληροφορίες στέλνονταν κρυπτογραφημένα στην Μαδρίτη ή στο Εσκοριάλ όπου γινότανε η αποκρυπτογράφηση τους από τους γραμματείς και ύστερα αρχειοθετούνταν με βάση την σπουδαιότητας τους. Αξίζει εδώ να αναφέρουμε, ότι σε έκθεση του Alfonso Sanchez, ο οποίος ήταν ο υπεύθυνος στην υπηρεσία εποπτείας και της οικονομικής επιχορήγησης των διαφόρων πληροφοριοδοτών στην Βαλκανική χερσόνησο αναφέρει χαρακτηριστικά, ότι κανένας από τους Έλληνες κατασκόπους δεν αναφέρεται ως «διπλός κατάσκοπος» (espias dobles) ή τυχοδιώκτης ή αναξιόπιστος.

ΛΓ

[1] A.G.S.- E 1059, αριθ.62 (επιστολή πρόξενου Annibale Protoieo, σταλμένη από την Κέρκυρα στις 4 Φερβρουαρίου 1570)

[2] A.G.S.- E 1057, αριθ.98, Ε 160, αριθ 129, Ε 1061, αριθ 38,76,77 («Επίσημοι πληροφοριοδότες των Ισπανών στα Επτάνησα γύρω στα 1570 βλ. Α.G.S.-E 1057, αριθ.98, Ε 1060,αρθ.129, Ε 1061, αριθ 38,76,77.

[3] A.G.S . -E 1059 , αριθ. 31 (διαβιβάζεται το περιεχόμενο εγγράφων του βενετού βαϊλου στην Κων/πολη, τα οποία έφερε στις αρχές τις Κέρκυρας ο Νικόλαος de Macedonia, στις 18 Δεκεμβρίου 1570). Την ίδια τακτική χρησιμοποιούσαν και οι βενετοί με μεγαλύτερη επιτυχία.

[4] Αρκετές φορές τα ειδησεογραφικά αυτά κείμενα, όταν αναφέρονταν σε σημαντικά γεγονότα όπως (μάχες, ναυμαχίες, επιδημίες, κλπ) κυκλοφορούσαν σε ολιγοσέλιδες εκδόσεις και απευθύνονταν – σαν ένα είδος εφημερίδων της εποχής- στο ευρύ κοινό. “Melagnes d’ Archelogie et d Histoire” τομ. 28 (1908), σ. 115-139)

[5] A.G.S. –E  1057, αριθ.18,27,45,70,76. Για την ανωνυμία των Ραγουζαίων πληροφοριοδοτών και τη χρήση της έκφρασης  «l’ amico di Contastantinopoli» βλ. Ivan Dujcev Avvisi, s.xv-xix.

[6] A.G.S. –E 1060, αριθ. 147,148.

[7] A.G.S. –E 1057, αριθ 6.

πηγή κειμένου : Οι Έλληνες στις Παραμονές της Ναυμαχίας της Ναυπάκτου Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1970, 304 σελίδες, 8ο

Συγγραφέας: ΧΑΣΙΩΤΗΣ Ι.Κ.

Leave a Reply

  • (not be published)